Ο τεράστιος, Ανδρέας Μουράτης, με αφορμή το ματς του ’53 με το Ισραήλ, «γεφύρωνε» ποδόσφαιρο και σινεμά, σε μια ταινία – σύμβολο του Βασίλη Γεωργιάδη
H κριτική της «Αθλητικής Ηχούς», μικρό υμνητικό: «Κινούνται με άνεσι μπροστά στο φακό και παίζουν τους ρόλους των με πολύ φυσικότητα. Aφήνουν τις καλύτερες εντυπώσεις…». Στην «Καθημερινή», η πένα της «σιδηράς», Ροζίτας Σώκου, δεν ήγειρε ενστάσεις: «Η πιο ευχάριστη έκπληξις της εβδομάδος. Γρήγορη, άνετη, τεχνικά γυρισμένη, έξυπνη και καλόγουστη…».
Η ταινία – σταθμός του Γεωργιάδη…
Μέσα Μαρτίου του ’56, η μετεμφυλιακή Ελλάδα ξεχαρμάνιαζε τα πάθη της αναζητώντας ήρωες. Και μέσα από λίγα μέτρα κινηματογραφικό πανί και μια παλιά μπομπίνα, γινόταν αυτόπτης μάρτυρας της πρώτης ever ελληνικής «σύζευξης» σινεμά και ποδοσφαίρου. Τίτλος: «Οι άσσοι του γηπέδου». Η πρώτη ταινία -γυρισμένη στο «Στούντιο Κόσμος», στο Ψυχικό- με τη σκηνοθετική υπογραφή του Βασίλη Γεωργιάδη.
Χρόνια μετά, το ’97, ξαναγυρίζοντας το φιλμ, το ρετουσάρισμα θα έπιανε και το όνομα: «Κυριακάτικοι Ηρωες». Ο Μανταλόζης, ο Λινοξυλάκης, ο Πετρόπουλος, ο Πούλης (περάσματα έκαναν και οι Μηγιάκης, Δαρίβας, Δρόσος, Κοτρίδης, Καμάρας, Πανάκης)… Και, πάνω απ’ όλους, ο άνθρωπος που δίδαξε πως ακόμη και …
*… ένα αγράμματο φτωχόπαιδο απ’ το Φάληρο, τη Σούδα, που υπέγραφε με σταυρό και κάποτε ζήτησε απ’ τον Κοτρίδη να του δείξει με το δάκτυλο ποιον παίκτη έπρεπε να πιάσει, γιατί «το επτά» δεν ήξερε να το διαβάζει…
*… ο γιος του Μάρκου και της Αγγελικής από τη Μικρασία, από πιτσιρικάς στο μεροκάματο, στα οινοπνεύματα του Αλιμπραντή, κουβαλητής (αργότερα ο Ολυμπιακός θα του ‘δινε μια θέση στη ΔΕΗ), για να τα φέρνει βόλτα η φαμίλια…
*… ένα λαϊκό θεριό με «γρέτζους» τρόπους, χοντροκομμένη γλώσσα, άγαρμπη, που κάποτε ευχαρίστησε την Φρειδερίκη με το μυθικό «να ‘σαι καλά, κυρούλα μου» (!)…
*… ένας σκονισμένος σεβνταλής «απ’ την παράγκα εκεί, στα Λεμονάδικα», με την ατσούμπαλη περπατησιά, τα στραβά, ρεμπέτικα ποδάρια και το χοντρό ανατολίτικο μουστάκι…
… μπορούσε να είναι καλλιτέχνης. Φιλόσοφος και ποιητής. Ή, έστω, ηθοποιός. Ο Ανδρέας Μουράτης…
«Ας σκεφθή καρριέρα…»
Λίγες αράδες παρακάτω, η Σώκου το έλεγε ευθέως: «Οι ήρωες αυτοί δεν έχουν ιδέα από κινηματογράφο, όμως έπαιξαν απλά και συμπαθητικά. Με μια εξαίρεσι: τον Μουράτι. Γιατί αυτός έκανε κάτι παραπάνω. Κι αν ποτέ αποφασίση να εγκαταλείψη τη “μπάλλα”, ας σκεφθή τον κινηματογράφο σαν καριέρρα, γιατί η φυσικότης του είναι μοναδική. Μας έκαμε να αγαπήσωμε και τον ίδιο και τον ποδόσφαιρο»…
Αφορμή, το Ισραήλ
Η (πραγματική) ιστορία της ταινίας, λίγο – πολύ, γνωστή: η δραματοποίηση (απ’ τον Ιάκωβο Καμπανέλλη) της «ανταρσίας» των διεθνών, παραμονές του ματς με το Ισραήλ (σημερινή αντίπαλος της Εθνικής) επειδή η ΕΠΟ αρνούνταν να τους καταβάλει ημεραργίες, μεροκάματα, με αποτέλεσμα την (πλην Ρωσίδη) ιστορική τους τιμωρία – κόλαφο: ισόβιο αποκλεισμό απ’ την ομάδα (θα «έπεφτε» σε λίγους μήνες), ο δε Μουράτης με παντελή διαγραφή απ’ τα μητρώα της Ομοσπονδίας, που «έπεσε» σε διετή αποκλεισμό! Πάλι το «βαρύτερο». Ηταν, είπαν, ο υποκινητής.
Ο απόηχος…
Για την ακρίβεια, βόλευε. «Διεγράφη ο αγράμματος», έγραφε η «Βραδυνοί». Ενώ «οι άλλοι είναι φοιτηταί, νέοι, μορφωμένοι». Καθώς πρέπει...
Το σούσουρο, βαρύ. Οι υπόλοιποι διεθνείς δηλώνουν αλληλέγγυοι. Αρνούνται να παίξουν ακόμη και με τις ομάδες τους. Μετωπική με διοικήσεις, προαναγγελίες τιμωρίας. Ο κόσμος γεμίζει τα ερμάρια των εφημερίδων με επιστολές. «Εξω οι καρεκλοκένταυροι…».
Πολιτικοί μυρίζονται ψηφοθηρία και μεσολαβούν για το… χατίρι του λαού. Ο ίδιος ο Μουράτης δηλώνει έγγραφη συγγνώμη ακόμη και στον Παπάγο, τον πρωθυπουργό. Για να ξανακλωτσήσει μπάλα. «Όχι».
«Ελα σ’ εμάς» φωνάζουνε οι Τούρκοι της Μπεσίκτας. Δεν πήγε. Εμεινε σε μια εξέδρα, μετρώντας να σώσει η τιμωρία. Όταν γύρισε, δεν ήταν πιο ο ίδιος…
Ο Βέγγος και ο Ζερβός
Στην ταινία, τη φωνή του Μουράτη «ντουμπλάρει» ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς, ο Παντελής Ζερβός. Το ‘χε ζητήσει, λένε, ο ίδιος ο Ανδρέας, από την ανασφάλεια πως δεν θα το ‘λεγε καλά! «Κι όμως, μάθαινε απ’ έξω το ρολάκι του με ταχύτητα που θα ζήλευαν έμπειροι ηθοποιοί», καταπώς θα διηγούνταν, χρόνια μετά, ο ίδιος ο Γεωργιάδης.
Ολη τούτη η ανταπόκριση, δεν ήτανε τυχαία. Η ταινία (για την ιστορία, η πρώτη εμφάνιση του Θανάση Βέγγου στο πανί, σ’ ένα ρολάκι ναύτη οπαδού) πραγματευόταν μεν την «ανταρσία» (πράγματι, και στο σενάριο ο Μουράτης αποβάλλεται από την Εθνική, εξέλιξη που βάζει σε δοκιμασία τη φιλία του ήρωα με τους υπόλοιπους), αλλά δεν έμενε σ’ αυτήν.
Μεροκάματο και μπάλα
Επί της ουσίας, εξελισσόταν σε μια ηθογραφία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Το διαφημιστικό αφισέτο έξω απ’ το «Τιτάνια», το «Μαξίρ» και το «Αστόρ», έστω και μέσα από μια φρασεολογία που σήμερα προκαλεί ακόμη και μειδίαμα, το έλεγε ξεκάθαρα: «Συνδυάζει την αθλητική ορμή των μεγάλων μας διεθνών του ποδοσφαίρου, μ’ ένα πηγαίο συναισθηματισμό στον κύκλο της ιδιωτικής των ζωής, στα βασανάκια της βιοπάλης, στις φιλοδοξίες τους και τα μικρά τους μυστικά». Και πάνω – πάνω: «Ο Μουράτης οδηγεί τον γυιό του στη βιοπάλη». Ενας πολύτεκνος τοιχοκολλητής, που τις Κυριακές (όπως και οι υπόλοιποι) άφηνε στο ράφι την ανωνυμία του και διεκδικούσε μερτικό στην αποθέωση πάνω στο τσιμέντο των γηπέδων…